Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης Από την Τέταρτη 24 Νοεμβρίου έχει ξεσπάσει μια πρωτοφανής κρίση μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας για πολλούς ξαφνική, αλλά για όσους μελετούσαν τις εξελίξεις αναπόφευκτη ότι κάποια στιγμή θα ξεσπούσε με όλες τις συνέπειες της.
Το μεγάλο και επίμαχο ερώτημα σε αυτή την κρίση είναι ποια είναι η θέση της χώρας μας, η οποία για πολλούς είναι αυτή την περίοδο άνευ εθνικής κυριαρχίας.
Και πρώτα πρώτα να πάρουμε τα πράγματα από τη αρχή. Η εσωτερική σύγκρουση στην Συρία και ο αιματηρός εμφύλιος πόλεμος προκλήθηκε ουσιαστικά από την σύγκρουση δυο ενεργειακών αγωγών. Τον αγωγό του Κατάρ και του αγωγό του Ιράν. Ο πρώτος θα ακολουθούσε την διαδρομή Κατάρ, Σαουδική Αραβία, Ιορδανία, Συρία και Τουρκία και ο δεύτερος την διαδρομή Ιράν, Ιράκ, Συρία, (Δαμασκός) Λίβανος, Κύπρος και Ελλάδα. Όπως βλέπουμε η Συρία ήταν το κομβικό σημείο των δυο αγωγών, ενώ στο βάθος και οι δυο αγωγοί είχαν σαν αντικείμενο την Ρωσία και την εξουδετέρωση της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης από την Ρωσία.
Ο πρόεδρος Άσαντ, (μέχρι το 2011 μεγάλος «αδερφός» του Ερντογάν και στη συνέχεια… στυγνός δικτάτορας), σαν σύμμαχος της Ρωσίας φυσικά είχε απορρίψει τον αγωγό του Κατάρ, ενώ τον Μάρτιο του 2011 είχε υπογράψει την κατασκευή του αγωγού του Ιράν ο οποίος είχε ονομαστεί ο «Αγωγός της Φιλίας». Έτσι ο κυριότερος σύμμαχος της Ρωσίας στην Μέση Ανατολή έπρεπε να ανατραπεί. Φυσικά όλα αυτά ήταν εν γνώση του Πούτιν, ο οποίος γνώριζε τα αντιρωσικά σχέδια αλλά είχε μπλοκαριστεί από την Ουκρανία και γι’ αυτό στη αρχή οι αντιδράσεις υποστήριξης του στον Άσαντ ήταν χλιαρές.
Η Τουρκία είχε επενδύσει τα μέγιστα στην ανατροπή του Άσαντ την οποία υπολόγιζε μέσα σε ένα εξάμηνο το πολύ, και στην υλοποίηση του αγωγού του Κατάρ, γιατί θα γίνονταν ο κόμβος ενεργειακής παροχής της Ευρώπης συν τον αγωγό Μπακού – Τζευχάν. Για τον λόγο αυτό στήριξε με κάθε μέσο τους Τζιχαντιστές που ήταν το κύριο μέτωπο κατά του Άσαντ, καθώς εκμεταλλεύτηκε το θρησκευτικό στοιχείο για να προσελκύσουν μουσουλμάνους μαχητές από όλο τον κόσμο. Παράλληλα η Τουρκία εκμεταλλεύτηκε τις πετρελαιοπηγές των Τζιχαντιστών και με την συνεργασία του Μπαρζανί του β. Ιράκ κέρδιζε εκατομμύρια δολάρια με τα οποία ο Ερντογάν έκτισε το μεγάλο και σκανδαλώδες παλάτι του στην Άγκυρα.
Εκεί όμως που τα «χάλασε» ο Ερντογάν ήταν ότι κάποια στιγμή θεώρησε τον εαυτό του νέο σουλτάνο και γι’ αυτό έπρεπε να ηγηθεί μιας νέας οθωμανικής αυτοκρατορίας και από την άλλη νέο χαλίφη, όπως ήταν οι Οθωμανοί σουλτάνοι και να ηγηθεί όλου του ισλαμικού κόσμου. Γι” αυτό έκανε το λάθος να συγκρουστεί άμεσα με το Ισραήλ, δημιουργώντας μεγάλες αντιπάθειες μέσα στις ΗΠΑ τα σχέδια της οποίας είχε κληθεί να υλοποιήσει στην Μέση Ανατολή. Από την άλλη το άγχος των Κούρδων τον διακατέχει μόνιμα και ένεκα τούτου έχει πάλι πρόβλημα με τις ΗΠΑ που από την δεκαετία του ενενήντα μετά την εξουδετέρωση του Οτσαλάν, επιδίωξαν μαζί με το Ισραήλ να εκμεταλλευτούν το κουρδικό στοιχείο για ένα γέρο προγεφύρωμα τους στην Μέση Ανατολή.
Τώρα να έρθουμε στη κρίση. Σίγουρα ο Ερντογά δεν έκανε την προσχεδιασμένη κίνηση του να καταρρίψει το ρωσικό αεροσκάφος αν δεν είχε κάποιες «πλάτες». Το βασικό όμως αίτιο ήταν ότι ο Ερντογάν κατάλαβε ότι εξ’ αιτίας των Τζιχαντιστών που είχαν αρχίσει να ξεφεύγουν από κάθε έλεγχο, είχε αρχίσει μια προσέγγιση ΗΠΑ Ρωσίας που θα τον ανάγκαζε να υποχωρήσει στο θέμα της Συρίας, ένα θέμα που γι’ αυτόν ήταν εθνικό κεφάλαιο γοήτρου. Έτσι προχώρησε στο μεγάλο βήμα που τον άφηνε όμως σε πολλά σημεία μετέωρο, καθώς οι αντιδράσεις των συμμάχων του δεν ήταν οι αναμενόμενες ενώ η ρωσική οργή ξέσπασε πολύ μεγαλύτερη από ότι περίμενε.
Στην διεθνή διπλωματία δεν υπάρχουν φιλίες και συναισθήματα, αν και πολλές φορές οι κυβερνήσεις επηρεάζονται από την επικοινωνιακή πολιτική και τα συναισθήματα των λαών τους. Η οργή του ρωσικού λαού κατά της Τουρκίας η οποία οξύνθηκε ακόμα περισσότερο από το βίντεο των Τουρκομάνων, (ένα βίντεο που πολλοί στην Άγκυρα το θεώρησαν μεγάλο επικοινωνιακό λάθος), που σκύλεψαν το πτώμα του Ρώσου πιλότου, συνέβαλλε στην σκλήρυνση της στάσης του προέδρου Πούτιν. Το παράδοξο στην ιστορία αυτή είναι πως ωφελημένοι από την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους είναι πρώτος ο Άσαντ, που σταθεροποιεί την στήριξη του από το Ιράν και την Ρωσία, ενώ έδωσε την ευκαιρία στον Πούτιν να εγκαταστήσει του πυραύλους S-400 στην Συρία, αλλάζοντας όλα τα στρατηγικά δεδομένα στην ευρύτερη ανατολική Μεσόγειο υπέρ της Ρωσίας. Δηλαδή με λίγα λόγια ο Ερντογάν χωρίς να το επιδίωκε, δούλεψε… υπέρ του Πούτιν.
Το θέμα είναι τι γίνεται από εδώ και περά. Κα κατ’ αρχή ποιος είναι ο ρόλος της Ελλάδας. Δυστυχώς μέχρι σήμερα κάνεις δεν έλαβε υπόψη του ποιες είναι οι ελληνικές θέσεις στον συριακό εμφύλιο, αν και η Ελλάδα συνδέεται άμεσα με τους ορθοδόξους της Συρίας. Σε καμία διεθνή διάσκεψη για την Σύρια δεν κλήθηκε Έλληνας αντιπρόσωπος, αν και η Ελλάδα είναι χώρα γεωγραφικά «κλειδί» για την περιοχή. Θα μου πείτε ποιος υπολογίζει μια χώρα μειωμένης εθνικής κυριαρχίας ? Είναι σημαντικό να τονίσουμε πως στην Άγκυρα θεωρούν την Ελλάδα σαν ανυπολόγιστη δύναμη και αυτό φάνηκε χαρακτηριστικά από του ότι οι δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας, Σεργκέι Λαβρώφ, για τις τουρκικές παραβιάσεις στο Αιγαίο, ούτε καν τις ανέφεραν τα τουρκικά ΜΜΕ!
Όσον αφορά την ρωσοτουρκική κρίση το πιο πιθανό είναι να υπάρξει σταδιακά εκτόνωση, αν και ο Πούτιν θα το «φυλάει» από εδώ και πέρα για τον Ερντογάν και τις «πονηριές» του, εκτός και αν οι πονηριές αυτές και η αλαζονεία του Τούρκου προέδρου προκαλέσουν και άλλο θερμό επεισόδιο με αφορμή την ρωσική εξόντωση των Τουρκομάνων που είναι και οι κύριοι προμηθευτές του παράνομου πετρελαίου στην Τουρκία.
Ο Ερντογάν, παρά τις εθνικιστικές του κορώνες γνωρίζει πως έκανε ένα μετέωρο βήμα που ακόμα δεν ξέρει που και πως θα του βγει. Έχει ήδη προκαλέσει την μήνι του Ιράν, το οποίο σε αντίθεση με την Ελλάδα στην Άγκυρα πάντα υπολογίζουν και παράλληλα συνεχίζεται να υπάρχει η εσωτερική «πληγή» («προσφερόμενη» στους εχθρούς της Τουρκίας), του κουρδικού, που αντί να κλείνει αιμορραγεί καθημερινά.
Το πρόβλημα με την Ελλάδα είναι ότι αφ’ ενός είναι «δεμένη» στην μνημονιακη της κατάσταση και αφ’ ετέρου είναι δεσμευμένη με το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση στην εξωτερική της πολιτική. Και καλά, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει εξωτερική πολιτική καθώς κάθε χώρα συχνά κάνει του κεφαλιού της, αλλά στο ΝΑΤΟ τα πράγματα είναι σοβαρά και εδώ έγκειται τι το πρόβλημα. Αν ζητηθεί εξ’ αιτίας των κλήσεων της Άγκυρας πιο ενεργό η συμμέτοχη της χώρας μας στην ρωσοτουρκική αντίθεση και όχι μόνο, το ερώτημα είναι τι πρέπει να πράξουμε?
Ανεξάρτητα του ότι πολλοί υποστηρίζουν ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα καθώς θεωρούν ότι είμαστε κράτος-δορυφόρος, μια σοβαρή απάντηση σε αυτό το πρόβλημα είναι ακριβώς να επικαλεστούμε την στάση της Τουρκίας που ενώ είναι εταίρος στο ΝΑΤΟ, ακολουθεί αυτόνομη εξωτερική πολιτική και συχνά απειλεί ακόμα και τις ΗΠΑ όταν παραβιάζονται τα εθνικά της συμφέροντα. Ποια χώρα του ΝΑΤΟ μέχρι προχθές συμμετείχε σε κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με την Ρωσία, ενώ μέχρι χτες οι Τούρκοι εκβίαζαν το ΝΑΤΟ με την αγορά των κινεζικών πυραύλων.
Γιατί άλλοι μπορούν και εμείς που έχουμε πολύ καλύτερη γεωγραφική θέση όχι?
ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος
nikosxeiladakis.gr